«Μαμά», είσαι εδώ;

Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα δρομάκι σκοτεινό και κρυμμένο από κάθε ανθρώπινο βλέμμα, γεννήθηκε ένα όμορφο μωρό. Χωρίς όνομα και δάκρυα, στάθηκε ξαφνικά μόνο σε έναν κόσμο άγνωστο και κρύο. «Στάθηκε» λέγοντας, εννοώ βρέθηκε, αντιλήφθηκε, ανάπνευσε, φοβήθηκε, αλλά δεν εγκατέλειψε τη μάχη.
Λίγο αργότερα, κι αφού η υγρασία της νύχτας είχε ήδη αρχίσει να το διαπερνάει, ένιωσε ένα ζεστό χάδι και ένα θερμό φως. Τη στιγμή που άνοιξε τα μάτια του για πρώτη φορά, γνώρισε τον καλόκαρδο ήλιο, που άπλωνε τις ηλιαχτίδες του για να το ζεστάνει. Χωρίς να το γνωρίζει, βέβαια, είχε ήδη γνωρίσει το στοργικό φεγγάρι που το κάλυπτε με τον μανδύα της νύχτας. Δέχτηκε με χαρά την απρόσμενη αυτή αγάπη σε αυτόν τον ξένο κόσμο και, χωρίς σχεδόν να το καταλάβει, ένας δυνατός ήχος άρχισε να βγαίνει από μέσα του. Κάτι υγρό έκαιγε τα μάτια του και ένιωθε την ανάσα του να εμποδίζεται από αυτόν τον περίεργο ήχο. Ξαφνικά, άκουσε μια ανήσυχη φωνή που κάτι ακαταλαβίστικο γι’αυτο φώναζε και μεμιάς άρχισε να πετάει, πριν καταλήξει σε μια σφιχτή αγκαλιά. Ο περίεργος ήχος σταμάτησε, τα μάτια του άνοιξαν και, αν και θολά, διέκρινε μια μορφή που έμοιαζε τόσο όμορφη αλλά και τόσο ζαριασμένη, σαν το πανί που το κάλυπτε. «Τι είναι αυτές οι αστραφτερές πέτρες» σα να σκέφτηκε μόλις αντίκρισε το πρώτο χαμόγελο που δημιούργησε στη ζωή του.
Μετά από λίγο, άρχισαν να έρχονται και άλλα περίεργα πλάσματα σαν και αυτό που το κρατούσε στα χέρια του και όλα τους του έδειχναν τις κάτασπρες πέτρες που είχαν στο πρόσωπό τους και κουνούσαν τα χέρια τους στον αέρα βγάζοντας πολλούς ήχους. Άρχισε να καταλαβαίνει τι γίνεται, όταν είδε ένα άλλο μωρό να κοιτάει κι αυτό αποσβολωμένο τα πλάσματα αυτά, καθώς και ένα μικρό πλάσμα που έμοιαζε με μωρό αλλά ήταν μεγαλύτερο. Ήταν και αυτό ένα από εκείνα. Με τον καιρό, θα γινόταν κι αυτό έτσι. Άνθρωπος, όπως άκουσε. Ναι, τώρα είχε αρχίσει ήδη να διακρίνει αυτούς τους ακαταλαβίστικους ήχους. Γνώρισε πολλούς ανθρώπους. Μικρούς, μεγαλύτερους, με άσπρα ρούχα και περίεργα αντικείμενα στα χέρια, με μπλε ρούχα και αστραφτερά κουμπιά. Και όλοι τους του χαμογελούσαν. Ένιωθε τη ζεστασιά τους και την αγάπη τους. Όμως, αυτός ο ήχος, που συνδυαζόταν με το υγρό στα μάτια, δεν έλεγε να σταματήσει…
Τότε έμαθε για τη μαμά. «Μαμά». Ένα πλάσμα σαν και τα άλλα. Αλλά όχι, λένε. Το δικό του, κατάδικό του πλάσμα. Αυτό που του άνοιξε τις πόρτες σε αυτόν τον κόσμο. Μα πού ήταν, όμως;… γιατί δεν το είχε πάρει εκείνη αγκαλιά, γιατί δεν το είχε ζεστάνει εκείνη;… Ίσως ποτέ να μη μάθει. Πρέπει όμως να μάθει να ζει με μια άλλη «μαμά». Ίσως πιο αληθινή και γεμάτη αγάπη. Ή με πολλές μαμάδες. «Κι αν γυρίσει εκείνη;» αναρωτιόταν. Και φοβόταν. Είχε τρομοκρατηθεί από αυτόν τον κόσμο χωρίς «μαμά». Πώς θα ζούσε χωρίς εκείνη;… Γιατί δεν γνώριζε πως σε αυτόν τον άγνωστο για εκείνο κόσμο, υπάρχουν πολλές μαμάδες. Αληθινές, φανταστικές, καθημερινές, δικές του ή και όχι, όμως μοναδικές και με περίσσια αγάπη να δώσουν. Είναι οι μαμάδες της καρδιάς και αγαπούν δυο φορές περισσότερο, γιατί το έχουν ήδη λαχταρήσει πολύ καιρό πριν να βρεθεί στην αγκαλιά τους. Ίσως να τις γνωρίσει, ίσως και όχι. Όμως, κάθε γωνιά του κόσμου κρύβει και μια μαμά που περιμένει να δώσει αγάπη, σε όποιο είδος «μαμάς» και να ανήκει…

Παγκόσμια Ημέρα κατά του Παιδικού Καρκίνου

Αποτέλεσμα εικόνας για Παγκόσμια Ημέρα κατά του Παιδικού Καρκίνου

 

Ήταν λίγο πριν από τα Χριστούγεννα, θυμάμαι. Τα σχολεία θα έκλειναν την επόμενη μέρα για τις γιορτές, όλοι είχαμε στολίσει και ανταγωνιζόμαστε δείχνοντας φωτογραφίες για το ποιος είχε στο σαλόνι του το ομορφότερο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Τα μαθήματα της ημέρας ήταν ιδιαίτερα διασκεδαστικά, ίσως γιατί δεν παρακολουθούσαμε και πολύ ή, ίσως, επειδή οι καθηγητές μας βρίσκονταν σε γιορτινή διάθεση οι ίδιοι και, ως αποτέλεσμα, θυμάμαι, λύναμε προβλήματα γεωμετρίας «εξετάζοντας» τα τρίγωνα για τα κάλαντα… Είχαμε ήδη μαζέψει χρήματα, για να στολίσουμε την τάξη μας και, έτσι, είχαμε ήδη το μικρό μας δεντράκι στη γωνία που μας υπνώτιζε με τον συγχρονισμένο του ρυθμό. Την επόμενη μέρα θα την περνούσαμε στο σχολείο μεν, αλλά χωρίς καθόλου μαθήματα. Είχε φτάσει η μεγάλη μέρα, που κάποιοι από εμάς θα τραγουδούσαν με τη χορωδία χριστουγεννιάτικες μελωδίες, άλλοι θα παρουσίαζαν τις κατασκευές τους και άλλοι θα ήταν οι αγχωμένοι όμως πολύ δημοφιλείς πρωταγωνιστές του θεατρικού μας έργου.
Στο σπίτι όλα πήγαιναν σύμφωνα με το σχέδιο και την παράδοση. Η μαμά είχε ψωνίσει και είχε ήδη φτιάξει τα παραδοσιακά κουλουράκια, ο μπαμπάς είχε πάρει άδεια και θα ήταν στο σπίτι για τα Χριστούγεννα. Όλα τα δωμάτια ήταν στολισμένα στα πιο λαμπερά χρώματα, με κυρίαρχο το χρυσό. Το μόνο που έλειπε ήταν λίγο χιόνι και θα ήταν οι ομορφότερες διακοπές. Μετά τη σχολική παράσταση, είχαμε κανονίσει να περάσουμε οικογενειακώς τη μέρα στα μαγαζιά, για να πάρουμε τα δώρα που τα παιδιά παρακαλούσαμε για καιρό και οι γονείς αφήναν για αργότερα. Σίγουρα θα καθόμασταν μετά στην αγαπημένη ταβέρνα του μπαμπά για φαγητό και, έπειτα, βόλτες με τους φίλους μας μέχρι αργά. Και  την ημέρα των Χριστουγέννων θα την περνούσαμε όπως πάντα, με τις γιαγιάδες και τους παππούδες, τους θείους, τις θείες και τα ξαδέρφια, απολαμβάνοντας τη γεμιστή γαλοπούλα τη μαμάς, ανοίγοντας τα δώρα, παίζοντας μέχρι να μην μπορούμε να σηκωθούμε από το πάτωμα και παίρνοντας συμβουλές από τους γηραιότερους.
Ήταν, με λίγα λόγια, μια χρονιά όπως και οι προηγούμενες. Αν και θεωρούσα πως αυτή η ρουτίνα είναι βαρετή και θα προτιμούσα να κάνω διακοπές με την παρέα μου, ελεύθερη και ανεξάρτητη. Γιατί ποτέ δεν εκτιμούμε κάτι, όταν το έχουμε;…
Πριν από όλα αυτά, όμως, υπήρχε μια υποχρέωση. Μια «αγγαρεία», που μας έτρωγε τον ελεύθερο χρόνο από τις γιορτινές μέρες. Εκείνη, την ημέρα πριν από την γιορτή, είχαμε υποσχεθεί, τα παιδιά της τάξης μου, σε μια καθηγήτρια να την συνοδέψουμε σε μια εκδήλωση. Και μάλιστα, αυτήν που θεωρούσαμε πιο αυστηρή, χωρίς προσωπική ζωή και αναφυσούσαμε με απογοήτευση κάθε φορά που ερχόταν η ώρα για το μάθημά της. Θα πηγαίναμε, λοιπόν, το απόγευμα στο νοσοκομείο Παίδων Αγ. Σοφία σε μια εκδήλωση που έκανε η «Φλόγα». Στην πραγματικότητα δεν είχε κανείς μας ιδέα τι ήταν η Φλόγα, τι έκανε, γιατί ήταν αυτή η εκδήλωση και ποιος ο λόγος να χάσουμε την ώρα μας για να πάμε σε ένα νοσοκομείο. Το πιθανότερο είναι η καθηγήτρια αυτή να μας είχε ενημερώσει, αλλά ποτέ δεν της δίναμε ιδιαίτερη σημασία… Ναι, έτσι σκεφτόμασταν στα δεκαπέντε μας. Έτσι σκεφτόμασταν εκείνη την ημέρα. Κι όμως, ακόμη και σήμερα, δεν μπορώ να την ξεχάσω…
Στο δρόμο για το νοσοκομείο, η καθηγήτριά μας μας ενημέρωσε ότι εκεί φιλοξενούνται μόνο παιδιά και πως η Φλόγα είναι ένας σύλλογος των γονιών αυτών των παιδιών. Παιδιά που παλεύουν με τον καρκίνο. Που περνούν πολύ καιρό σε εκείνο το νοσοκομείο και που οι γονείς τους ήθελαν να διοργανώσουν μια χριστουγεννιάτικη γιορτή για αυτά. Για να πάρουν δώρα και να παίξουν με άλλα παιδιά, να συζητήσουν, να τραγουδήσουν. Δε θυμάμαι να μίλησε ξανά κανείς μας δυνατά μέχρι να φτάσουμε. Ευτυχώς, που αυτή η περίεργη καθηγήτρια μας είχε ζητήσει να πάρουμε από ένα παιδικό δώρο ο καθένας μας και να το φέρουμε μαζί. Νομίζω πως φοβηθήκαμε στην ιδέα του αγνώστου αυτού για εμάς κόσμου. «Πώς θα είναι αυτά τα παιδιά; » ,» Θα τα δούμε άρρωστα στα κρεβάτια τους; » ,» Θα είναι έτοιμα να πεθάνουν; » ,» Γιατί πρέπει να πάμε; «, » Γιατί θέλει αυτή η καθηγήτρια να μας χαλάσει τις γιορτές; » είναι μερικές από τις ερωτήσεις που κάναμε σιγανά ο ένας στον άλλον…
Δε θα ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου τη στιγμή που μπήκαμε στην αίθουσα επισκεπτών. Όλα ήταν στολισμένα. Χριστουγεννιάτικα δέντρα παντού, γιρλάντες, παιδικές κατασκευές και ζωγραφιές, νοσοκόμες και γιατροί ντυμένοι γιορτινά, χαρούμενα τραγούδια, μπουφέδες με φαγητά και γλυκά κάθε λογής, άνθρωποι χαμογελαστοί και πολλά παιδιά. Παιδιά ντυμένα με τα καλά τους και αστείες φάτσες ζωγραφισμένες στα μπουκάλια των ορών τους. Παιδιά, τα περισσότερα φορώντας αγιοβασιλιάτικα σκουφιά, να γελούν δυνατά και να παίζουν με πολλή όρεξη. Πατέρες και μητέρες να συζητούν και να γελούν, πού και πού κρυφοκοιτώντας συγκινημένοι τα παιδιά τους να χαμογελούν. Παιδιά. Νεογέννητα, μηνών, νήπια, παιδιά δημοτικού και μερικά στην εφηβεία. Κορίτσια και αγόρια. Παιδιά με καρκίνο διαφόρων μορφών. Παιδιά που μάχονταν για τη ζωή τους. Παιδιά με ονόματα. Η Άννα, ο Αλέξανδρος, ο Νίκος, η μπέμπα, ο Γιωργάκης, η Σοφία και πολλά άλλα… Παιδιά με ελπίδες και μεγάλη καρδιά.
Ίσως εκείνη την μέρα δέχτηκα το πιο δυνατό «χαστούκι» της ζωής μου. Εκείνα τα παιδιά, τα άγνωστα σε μας, που περνούσαν μια ασθένεια άγνωστη σε μας, που ζούσαν μια καθημερινότητα μη συνηθισμένη για εμάς, βρίσκονταν μπροστά μου, δίπλα μου και ήταν ευτυχισμένα. Τόσο δυνατά και την ίδια στιγμή αδύναμα. Ό,τι είχαμε φανταστεί μέχρι να τα συναντήσουμε δεν ίσχυε. Τουλάχιστον όχι εκείνη την ημέρα. Ντρέπομαι που θεωρούσα τον εαυτό μου και τον χρόνο μου πιο σημαντικά από το να περάσω την ημέρα μαζί τους. Και ειλικρινά χαίρομαι που είχαμε μια καθηγήτρια με ψυχή και όραμα, που ήθελε να μας δείξει έναν διαφορετικό κόσμο από αυτόν τον επιφανειακό που ζούσαμε και να μας ωθήσει να γίνουμε καλύτεροι.
Πάντα θα αναπολώ εκείνη την ημέρα και τα παιδιά που γνώρισα. Έπαιξα και τραγούδησα μαζί τους. Συζητήσαμε για θέματα της ηλικίας μας, γελάσαμε, αναρωτηθήκαμε, μου μίλησαν με ειλικρίνεια και γενναιότητα για την ασθένειά τους και για τα όνειρά τους. Πάντα θα θυμάμαι με συγκίνηση εκείνο το μωράκι, εφτά – οκτώ μηνών περίπου, που δεν ξεκολλούσε από την αγκαλιά μου κι ενώ η νεαρή μανούλα του χαιρόταν που μας έβλεπε, εγώ αγχωνόμουν μήπως κάνω κάτι και του φύγει ο ορός και του κάνω κακό. Εκείνη τη χαρά στα μάτια των γονιών που έβλεπαν τα παιδιά τους να παίζουν μαζί μας και να ανοίγουν τα δώρα τους, ιδίως εκείνων που ήξεραν πως ο χρόνος τους με τα αγγελούδια τους κοντά τους κόντευε να τελειώσει…
Όχι, δεν πρόσφερα τίποτα εκείνη την ημέρα. Ποτέ μου δεν ένιωσα πως τα παιδιά αυτά ήταν σε χειρότερη μοίρα από τη δική μου κι εγώ τους έκανα ένα μεγάλο καλό. Μόνο πήρα. Πήρα αγάπη. πολλή αγάπη. Ίσως κέρδισα και μερικούς φίλους. Όμως, το μεγαλύτερο δώρο που μου έκαναν είναι αυτό της συνειδητοποίησης. Ο παιδικός καρκίνος είναι, κατά τη γνώμη μου, το χειρότερο είδος. Αθώες ψυχούλες που τους βαραίνει ένας μεγάλος φόβος και τα σωματάκια τους μεγαλώνουν ταλαιπωρημένα. Κι όμως, έχουν πολλή δύναμη και αποφασιστικότητα. Είναι ήδη νικητές, από τη στιγμή που άρχισαν να παλεύουν με τον καρκίνο. Γιατί, τι μπορείς να πεις για ένα μικρό παιδί που δίνει τόσο μεγάλη μάχη; … Είναι περισσότερο άξιο από τον όποιο Ολυμπιονίκη ή στρατιώτη ή κάποιον που πέρασε τις εισαγωγικές ή αυτόν που αγωνίστηκε να χτίσει μια εταιρεία. Γιατί, αυτό το παιδί ποτέ δεν το ζήτησε. Το πάλεψε όμως, με τη ζωή του ως το απόλυτο τίμημα και λάβαρο. Συνεχίζει να ζει όσο πιο κανονικά μπορεί και με μια επιπλέον κριτική από όλους αυτούς που τους φοβίζει η μάχη του. Κι αν σταθεί νικητής, θα είναι πιο άξιος άνθρωπος από πολλούς άλλους που δε γνώρισαν την απειλή για τη ζωή τους. Επίσης, υπάρχουν κι αυτοί οι γονείς. Είναι εκεί, καθημερινά και με όλο τους το είναι. Όταν ανησυχούν, κρύβονται πίσω από το χαμόγελό τους και όταν απελπίζονται, γίνονται μια γροθιά. Δίνουν ό,τι περισσότερο μπορούν, περισσότερες ώρες, περισσότερο γέλιο, περισσότερες αγκαλιές, περισσότερα χρήματα – ακόμη κι αν το να τα βρουν απαιτεί θυσίες, περισσότερα δάκρυα, περισσότερα «μπράβο», περισσότερη αγάπη…
Μακάρι αυτή η ασθένεια να εξαλειφόταν. Ή, έστω, να μην βασάνιζε παιδάκια. Αλλά δε ζούμε σε έναν ουτοπικό κόσμο. Ζούμε στην σκληρή πραγματικότητα. Και αυτό συμβαίνει, μαζί με τόσα άλλα άσχημα. Γι’ αυτό, με αφορμή αυτήν την ημέρα, ας σκεφτούμε πώς θα μπορούσαμε να ελαφρύνουμε λίγο την καρδιά τους, με όποιον τρόπο ο καθένας μπορεί. Να συμβάλουμε κι εμείς σε αυτόν τον τόσο σημαντικό αγώνα για τη ζωή. Δε χρειάζεται να το βιώσουμε κι εμείς, για να καταλάβουμε τι συμβαίνει σε κάθε ένα από αυτά τα παιδιά.
Ας τα γνωρίσουμε, ας τους προσφέρουμε λίγη αγάπη και θαυμασμό. Γιατί είναι ήρωες. Αυτό διδάχθηκα εκείνα τα Χριστούγεννα. Ότι, πρώτον, δεν πρέπει να κρίνουμε κανέναν χωρίς να τον γνωρίζουμε και, δεύτερον, ότι τα παιδιά που παλεύουν με τον καρκίνο είναι καθημερινοί ήρωες. Και οι γονείς τους αυτοί που τους ακολουθούν και τους στηρίζουν. Όλα τα παιδιά είναι σημαντικά και δεν αξίζουν να δίνουν τόσο μεγάλες μάχες σε τόσο ευαίσθητες ηλικίες. Όμως, αν χρειαστεί, είναι οι δυνατότεροι μαχητές και οι πιο καλόκαρδοι ήρωες.

Η ιστορία του Αχιλλέα και μιας όμορφης φιλίας

Ο Αχιλλέας εμφανίστηκε στη γειτονιά μας πριν 4 περίπου χρόνια. Ανήσυχος και αποπροσανατολισμένος μα με σαφή σημάδια ότι ήταν από σπίτι, προφανώς προδομένος από την οικογένειά του που τον άφησε αβοήθητο στον δρόμο.
Αν και υπήρξαν άνθρωποι που ήθελαν να μπει στην οικογένειά τους, εκείνος ήταν πια ένα ελεύθερο πνεύμα. Δε ζητούσε ιδιοκτήτη αλλά πολλούς φίλους. Έτσι, έχει το σπίτι του για το βράδυ και το κρύο του χειμώνα, το σπίτι του για την πρωινή του ξεκούραση κι άλλο ένα για τη μεσημεριανή του σιέστα. Σε καθένα από αυτά, έχει το κρεβάτι του, νερό, φαί, παιχνίδια, πολλά χάδια και φίλους που τον προσέχουν, τον πλένουν, τον πάνε στο γιατρό για το τσεκ-απ του και τον προστατεύουν.
Τα απογεύματα τα περνάει στην αγαπημένη του εκκλησία και πλατεία, κάνοντας παρέα με παιδιά που παίζουν, νέους που ονειρεύονται, φίλους που βγάζουν τα αφεντικά τους βόλτα και απολαμβάνοντας τα καθιερωμένα του σουβλάκια από το μαγαζί στη γωνία. Το καλοκαίρι, μετά τα μεσάνυχτα θα έρθει στο ίδιο μέρος να σου κάνει παρέα ή να σε συνοδέψει σπίτι.
Είναι γλυκός και δοτικός, προστατευτικός, θα έρθει να σε βρει αν κάνεις μια βόλτα ανήσυχος ή στεναχωρημένος και θα μείνει δίπλα σου για όσο χρειαστεί μέχρι να ερθει η ώρα να επιστρέψει σπίτι του. Έχει επιλέξει τους ανθρώπους του και τους αναγνωρίζει από μακριά. Είναι στωικός παρά ενθουσιώδης, όμως απολαμβάνει τα χάδια και την παρέα τους. Είμαι τυχερή που είμαι ένας από αυτούς.
Αν και λυπάμαι πολύ να βλέπω οποιοδήποτε ζώο αδέσποτο, και λυπημένο και θυμώνω με το ανθρώπινο είδος, η ιστορία αυτού του σκυλάκου είναι διαφορετική. Έχει τόσους ανθρώπους δίπλα του να τον φροντίζουν και να τον προστατεύουν, να τον αναζητούν αν δεν εμφανιστεί στο γνωστό του μέρος, έχει σπίτι (-α), φαί, ζεστασιά και πολλή αγάπη, είναι καθαρός και υγιής. Δεν έχω δει ποτέ κανέναν να του συμπεριφερθεί άσχημα, αντιθέτως όλοι θα ασχοληθούν μαζί του και θα τον προστατεύσουν.
Τον τελευταίο καιρό, «υιοθέτησε» τη μικρούλα της φωτό και είναι κυριολεκτικά αχώριστοι. Έτσι, κι εκείνη τώρα έχει μια οικογένεια με πολλούς ανθρώπους – κι όχι μόνο- να τη φροντίσουν.

Απλώς ήθελα να μοιραστώ την ιστορία αυτού του γλυκού σκυλάκου και το στιγμιότυπο μιας όμορφης φιλίας που μόλις ξεκίνησε.
Ακόμα και σε δύσκολες συνθήκες, αν ενδιαφερθείς, ανοίξεις την αγκαλιά σου και δώσεις έστω λίγη αγάπη, μπορείς να προστατεύσεις μια ζωή και να κερδίσεις έναν παντοτινό φίλο ή/και οικογένεια. Ας μην το ξεχνάμε σε όποια φάση της ζωής μας και να βρισκόμαστε, ιδίως σε εποχές ανθρωπιστικής και μη κρίσης όπως αυτή που περνάμε…

Χειμωνιάτικες Ηλιαχτίδες

  Σχετική εικόνα

Κάθε χειμώνας είναι διαφορετικός. Μερικές φορές λιγη βροχή στα παπούτσια, μια ομπρέλα στην τσάντα και συνεχίζεις τη μέρα σου. Άλλες φορές μοιάζει σαν καλοκαίρι, έρχονται οι γιορτές και όλοι ποστάρουν φωτογραφίες με κοντομάνικο και εκδρομές σε παραλίες. Είναι, όμως, και εκείνοι οι δύσκολοι, που δεν κάνουν την εμφάνισή τους συχνά όμως θα αναφέρεσαι σε αυτούς για χρόνια.

Ξεκινούν με λίγη βροχή και λες «Καλά, δεν είμαστε από ζάχαρη να λιώσουμε» και συνεχίζουν με λίγο χιόνι. Εσύ ξαναβρίσκεις το παιδί μέσα σου και φτιάχνεις μικρούς χιονάνθρωπους και βγάζεις βίντεο και χαζοχαίρεσαι νιώθοντας άρχοντας του κόσμου που ζεις σε χιονισμένη πόλη. Αλλά, μετά από λίγο, το χιόνι δε σταματάει, γίνεται πάγος. Η θερμοκρασία πέφτει σε βαθμούς που κάτι σου θυμίζουν από την άλγεβρα των σχολικών σου χρόνων και όσα πανωφόρια και να βάλεις το κρύο διαπερνάει το κορμί σου με κάθε ανάσα. Και σκέφτεσαι πώς επιβιώνουν οι άνθρωποι στον Καναδά ή, και πιο κοντά, στη Φλώρινα ας πούμε.
Αν είσαι από τους τυχερούς, μένεις στο σπίτι, ανάβεις καλοριφέρ ή τζάκι (για να φτιάξεις και ατμόσφαιρα), πιάνεις κι ένα ποτήρι κρασί και χαλαρώνεις βλέποντας το χιόνι να καλύπτει τα πάντα έξω. Αν όχι, πρέπει να σηκωθείς στις πέντε το πρωί να πας στη δουλειά ευχόμενος να μην καταλήξεις με κάποιο σπασμένο κόκκαλο ή κάποιο κρυοπάγημα. Αν δε είσαι από τους πολύ τυχερούς, δουλεύεις από το σπίτι, γκρινιάζεις βέβαια για την φοβερή αυτή κατάσταση, και προσπαθείς να συμπάσχεις με όλους τους παγωμένους εκεί έξω, ίσως όμως να μην τα καταφέρνεις και τόσο καλά…

Κάπου εκεί που το σώμα και η διάθεσή σου δεν αντέχουν άλλο χειμώνα και κλεισούρα μέσα στο ζεστό και ασφαλές σπιτικό σου, ξυπνάς ένα πρωινό και ο ήλιος λάμπει, ο ουρανός έχει ένα γαλάζιο χρώμα που όμοιό του δε φαίνεται να έχεις ξαναδεί, τα πουλιά τιτιβίζουν χαρούμενα και ο πάγος έχει λιώσει. Είναι αυτό που περίμενες πώς και πώς. Οι ομορφότερες χειμωνιάτικες μέρες, που όσο δύσκολα και αν έχεις περάσει μέχρι τώρα, ήρθε η ώρα να πάρεις δύναμη από τις ζεστές ηλιαχτίδες που πέφτουν στο πρόσωπό σου και από τη φρεσκάδα του ανέμου που φέρνει κάτι από άνοιξη. Η κάθε μέρα μοιάζει μεγαλύτερη, η διάθεσή σου έχει πάρει τα πάνω της και είσαι έτοιμος να κατακτήσεις τον κόσμο ή τουλάχιστον ανυπομονείς να περάσεις χρόνο έξω.
Ακόμα κι αν από εμπειρία και γνώση γνωρίζεις ότι αυτές οι καλοσυνάτες μέρες δε θα είναι πολλές, τώρα πια ξέρεις πως ο χειμώνας φτάνει σιγά σιγά στο τέλος του και πλησιάζει η αναζωογονητική άνοιξη. Αν τύχει και ο ο καιρός αναποδογυρίσει, έχεις πλέον την αυτοπεποίθηση πως θα είναι για πολύ λίγο και δε θα σε ενοχλήσει ιδιαίτερα. Γιατί έχεις τη σιγουριά πως τα πολλά βάσανα πέρασαν.

Αυτές είναι οι Αλκυονίδες μέρες. Όνομα που πήραν από το πτηνό αλκυόνη, αλλά που φυσικά προέρχεται από έναν αρχαιοελληνικό μύθο, όπως συνηθίζεται στα μετεωρολογικά φαινόμενα.
Ξεσκονίζοντας τις γνώσεις μου, μου έρχεται στο μυαλό η Αλκυόνη, η κόρη του Αιόλου και λατρευτή  σύζυγος του Κύηκα. Από μόνη της, δεν ήταν ένα σημαντικό πρόσωπο ή θεότητα της μυθολογικής αρχαιότητας. Όμως, έγινε σημαντική για όλους ανά τους αιώνες. Βλέπεις, η Αλκυόνη, μια μέρα που ο άντρας της θα πήγαινε για ψάρεμα, είχε ένα πολύ άσχημο προαίσθημα. Τον παρακάλεσε ξανά και ξανά να μην πάει εκείνη την ημέρα και να μείνει σπίτι μαζί της. Ο Κύηκας, όμως, δεν έδωσε σημασία και βγήκε με το πλοίο του στη θάλασσα. Δυστυχώς, το προαίσθημα της Αλκυόνης βγήκε αληθινό, σηκώθηκαν δυνατοί άνεμοι και βούλιαξαν το πλοίο μαζί με τον ίδιο. Εκείνη που τον παρακολουθούσε από τη στεριά απελπισμένη, μην αντέχοντας να χάσει τον πολύτιμό σύζυγό της, έπεσε από έναν βράχο και σκοτώθηκε.
Η αγάπη της Αλκύονης και του Κύηκα ήταν δυνατή και αληθινή, τόσο που δε θα μπορούσε να σβήσει ούτε με τον θάνατό τους. Γι’αυτό, οι θεοί τους λυπήθηκαν και τους μεταμόρφωσαν σε πουλιά, τις αλκυόνες, για να είναι πάντα μαζί αγαπημένοι. Επειδή οι αλκυόνες χτίζουν τις φωλιές τους μέσα στους βράχους και εκεί γεννούν τα αυγά τους τον Ιανουάριο, ο Δίας επέτρεψε στον ήλιο να λάμπει δυνατά για μερικές μέρες, για να ζεσταίνει τα αυγά, μέχρι αυτά να εκκολαφθουν. Έτσι, δημιουργήθηκαν αυτές οι ζεστές μέρες του Γενάρη, σύμφωνα με τον μύθο.

Όσο πιο βαρύς είναι ο χειμώνας, τόσο πιο σημαντικές είναι οι Αλκυονίδες μέρες. Το ίδιο ισχύει και για τη ζωή γενικότερα. Όλοι περνούν διάφορους «χειμώνες» κατά τη διάρκεια της ύπαρξής τους. Όπως και η Αλκυόνη, μπορεί να έχεις ένα προαίσθημα, μια σχισμή στο χρόνο να σου επιτρέπει να αντιληφθείς έως έναν βαθμό αυτό που θα’ρθεί. Ίσως και να περιμένεις κάποιες δυσκολίες εξαιτίας  επιλογών που έκανες ο ίδιος στο παρελθόν. Ποτέ, όμως, δεν μπορείς να γνωρίζεις τη σφοδρότητα και την αιχμηρότητα του «χειμώνα» που έρχεται. Γιατί, ας μη γελιόμαστε, πάντα έρχεται. Η χειρότερη περίπτωση είναι, όταν συμβαίνει εντελώς ξαφνικά και χωρίς καμία προειδοποίηση βρίσκεσαι να περπατάς σε έδαφος που χάνεται με κάθε σου βήμα.
Οι δυσκολίες συχνά φεύγουν με το γύρισμα του χρόνου, οι διαμάχες λύνονται με έναν επικοινωνιακό διάλογο, κάποια ασθένεια θα θεραπευτεί από έναν ικανό γιατρό κλπ. κλπ. Μερικές φορές, όμως, όπως ακριβώς κι ένας βαρύς χειμώνας, οι δυσκολίες είναι μεγάλες και συνεχώς προστίθενται καινούριες. Οι διαφωνίες αυξάνονται, ο πόνος δεν αντέχεται και το μυαλό σου βομβαρίζεται από ανησυχίες και βασανίζεσαι να βρεις λύσεις. Προσέχεις να μη «σπάσεις», να μην αποκαλυφθείς, και ψάχνεις να βρεις κουράγιο να αντιμετωπίσεις την κάθε μέρα από την αρχή.
Ο χειμώνας θα κρυώσει το σώμα σου, όμως ο «χειμώνας» της ζωής μπορεί να κρυώσει την καρδιά και να τραυματίσει την ψυχή σου. Μπορείς, βέβαια, να μείνεις στην ασφάλεια και την αναπαυτικότητα του σπιτιού σου, να γκρινιάζεις για τα προβλήματα και να ρίχνεις ευθύνες σε όλους. Πιθανόν να έχεις και δίκιο και δικαίωμα να επιρρίπτεις αυτές τις ευθύνες. Μπορείς, επίσης, να αντισταθείς και να παλέψεις με όλες σου τις δυνάμεις, να διεκδικήσεις το δικαίωμά σου να ζήσεις την άνοιξη και να αφήσεις πίσω τον «χειμώνα» χωρίς βαριά καρδιά. Μέχρι να έρθει η άνοιξη, όμως, είναι λογικό να κουραστείς και να απελπιστείς. Να χάσεις την ενέργειά σου και την πίστη σου στη ζωή. Αν κιόλας τα βάσανα είναι πολλά και οι δυσκολίες διαδέχονται η μία την άλλη, πολλές φορές θα σκεφτείς να κατεβάσεις τα όπλα και να παραδοθείς χωρίς προσμονή για το αύριο.

Τότε είναι που έχουν ακόμα μεγαλύτερη σημασία οι Αλκυονίδες, αυτές οι ζεστές μέρες. Σε έναν κυριολεκτικό χειμώνα, θα σου φτιάξουν τη διάθεση και θα προμηνύσουν τον ερχομό των λουλουδιών. Σε έναν δύσκολο χειμώνα της ζωής σου, θα σου δώσουν τη δύναμη να «σηκωθείς», να πιστέψεις στον εαυτό σου και να αντιμετωπίσεις στωικά τα τέρατα που σε κυνηγούν. Μπορεί αυτό να γίνει πραγματικά με τις μέρες αυτές του Γενάρη, που αναπτερώνουν το ηθικό, σου ζεσταίνουν το πρόσωπο και γλυκαίνουν την καρδιά σου. Όταν είσαι απελπισμένος και έτοιμος να εγκαταλείψεις τη μάχη, μπορούν να είναι σαν μια όαση μέσα στην αχανή έρημο.

Σαν αυτές τις γλυκές ηλιαχτίδες στην καρδιά του χειμώνα μπορούν να είναι κάποιοι άνθρωποι ή καταστάσεις στη μέση του δικού σου «χειμώνα». Ίσως είναι κάποιος άγνωστος που σε έφερε προ των ευθυνών σου και σε ταρακούνησε δίνοντάς σου ευκαιρία να βρεις μια λύση που έψαχνες απελπισμένα ή σου είπε κάτι που θεράπευσε ένα κομμάτι της πληγής σου χωρίς να καταλάβεις ποτέ πώς και γιατί. Συμβαίνει, το’χεις ζήσει ξανά, δεν μπορεί. Ένα παιδί στο δρόμο σου κάνει μια ερώτηση που ξαφνικά συνειδητοποιείς πως είχε μια τόσο απλή απάντηση όσο πολύπλοκο σου φαινόταν το πρόβλημά σου. Βοηθάς έναν παππού με ένα πρόβλημα της σύγχρονης εποχής με απλή λύση για σένα και παίρνεις δύναμη, αρχίζεις λιγάκι να πιστεύεις πάλι ότι μπορείς. Τόσα παραδείγματα, σίγουρα έχεις κι εσύ αρκετά, έτσι δεν είναι;
Ακόμη, οι δικές σου Αλκυονίδες μπορεί να βρεθούν σε κάποιον πολύ κοντινό, που πάντα ξέρεις ότι είναι δίπλα σου, αρκεί να βρεις το κουράγιο να τον «βαρύνεις» με τις σκέψεις σου. Ποτέ μη διστάζεις. Είναι εκεί, για να σε ακούσει και να σε βοηθήσει, αν μπορεί. Ή απλά να περάσει ώρα μαζί σου και να ονειροπολήσει, να συζητήσει, να παίξει, να κλάψει, να γελάσει μαζί σου. Γιατί σε ξέρει καλύτερα από τον καθένα και θα σε δεχτεί όπως είσαι. Θα σου πει τα στραβά σου και θα σε βάλει στον ίσιο δρόμο την ίδια στιγμή που θα σου κρατάει το χέρι, για να ξεπεράσετε μαζί τον «χειμώνα». Μαζί θα ξαναβρείτε το κουράγιο και τη δύναμη να συνεχίσεις και θα σε κάνει να πιστέψεις ξανά στον εαυτό του, γιατί αυτός δε θα’χει σταματήσει ποτέ να πιστεύει σε σένα. Σίγουρα έχεις τουλάχιστον μια τέτοια ηλιαχτίδα στη ζωή σου. Όλοι έχουμε. Κι αν δεν την έχεις βρει ακόμη, ίσως δεν έχεις κοιτάξει καλά δίπλα σου ακόμη…

Τελειώνοντας αυτό το απροσδόκητα μεγάλο κειμενάκι μου, θέλω να σου πω να δέχεσαι και να ευγνωμονείς αυτές τις ζεστές μέρες του χειμώνα. Να τις περιμένεις και να τις αναζητάς, γιατί πάντα μα πάντα έρχονται να σε βρουν. Είτε μιλώντας κυριολεκτικά είτε μεταφορικά, αυτές οι χειμωνιάτικες ηλιαχτίδες έρχονται με σκοπό να ομορφύνουν τη ζωή σου, να πάρουν λίγο από το βάρος σου και να σου δώσουν δύναμη να κάνεις το επόμενο βήμα. Να απαλύνουν τον πόνο σου είτε είναι από τον παγετό είτε από τα βάσανα και να γλυκάνουν την καρδιά σου.
Και μην ξεχνάς, όταν φύγουν μπορεί να μην πάρουν όλον τον χειμώνα μαζί τους, αλλά θα φέρουν σιγά σιγά την άνοιξη.