Αναφορά

Η Μοίρα απεφάνθη.
ασθενής, κλινικά ζωντανή.
«τα ζωτικά όργανα λειτουργούν φυσιολογικά,
ιδίως υπό συνθήκες παρατεταμένου φόβου.

Λίγο το ήπαρ έχει κατσουφιάσει,
γιατί η ασθενής υπ’αριθμόν 23
κακώς, έχει τη συνήθεια της κατάποσης
αλόγιστης ποσότητας αλκοολούχων ψεμάτων.

Και το στομάχι της είναι κάπως επιβαρυμένο
από την κατά καιρούς λαιμαργία της
για ζαχαρούχες υποκρισίες.

Η καρδιά πάλλεται κανονικά σε γρήγορους
για την εποχή ρυθμούς
και εκτελεί σκοπίμως τα καθήκοντά της
ως τροχονόμος των ψευδαισθήσεων οδηγών.

Οι μυς και τα άκρα λειτουργούν
ολίγον νωχελικά,
αποδιοργανωμένοι από τις διαρκείς απαιτήσεις
του κυριαρχούντος υποβολέα.

Οι πνεύμονες της ασθενούς διαχωρίζονται.
ένας νομοταγής και ένας επαναστάτης-
ο πρώτος, δέχεται οξυγόνο και
αποδεσμεύει διοξείδιο του άνθρακα, όπως είθισται
σε αυτές τις περιπτώσεις.
Ο άλλος, όμως, αντιστέκεται στον εντολέα,
το οξυγόνο δεν το λαμβάνει καθόλου.
Φαίνεται υποκινείται από την πυρά
της βούλησης- προτιμά καπνό.

Μερικό πρόβλημα φαίνεται να παρουσιάζουν
τα μάτια και κάποια μέρη του εγκεφάλου.
Στους οφθαλμικούς βολβούς
όλα κινούνται φυσιολογικά- ο αμφιβληστροειδής
έχει κάποιες ανωμαλίες,
διορθώνονται όμως με την επιβολή
θελκτικού πλαισίου που ορίζει τη θέαση.
Ή, ακόμη καλύτερα, με την επιβολή
φακών προσκόλλησης και πλήρους
κυριάρχησης στην ορατότητα, όμως εδώ
είναι αναγκαία η βούληση της ασθενούς.
Διατάραξη της κανονικότητας αποτελεί
το κατά διαστήματα θάμπωμα
των οφθαλμικών βιτρινών.
Λύση ανύπαρκτη, προσπάθειες πλείστες.
Εντολές εκ άνωθεν αναμένονται-
η επιχείρηση αναστολής ετοιμάζεται.

Το πλέον ενοχλητικό καταγραφέν φαινόμενο
είναι η συνεχής διαρροή υγρής ψυχικής ουσίας
εκ των δακρυγόνων αδένων.
Μάλιστα, έχω ήδη ψάξει στα αρχεία-
καμία τέτοια εντολή δεν έχει δοθεί.
Οι οφθαλμοί υγραίνονται διαρκώς,
και αυθορμήτως,
χωρίς καμία δικαιολογία, εξήγηση,
εξουσιοδότηση ή
προειδοποίηση.
Αναμένουμε οδηγίες.

Ο εγκέφαλος παραμένει λειτουργικά στάσιμος,
όπως ακριβώς εκπαιδεύτηκε.
Μόνο τις τελευταίες μια δυο μέρες
ανιχνεύτηκαν σημάδια ιδιάζουσας συμπεριφοράς-
στην περιοχή της μνήμης συγκεκριμένα,
φαίνεται να πολιορκείται έντονα η μεμβράνη
που εγκλωβίζει τις καταπιεσμένες αναμνήσεις.
Ο εχθρός μέχρι στιγμής άγνωστος-
μαζικά στρατεύματα
ακολουθούν ιδιοτελείς εντολές
επαναφοράς και αποκατάστασης.
Λαμβάνονται τα βέλτιστα μέτρα-
περιοδική απελευθέρωση τραυματισμένων
μνημών ως μέσο καταστολής
των αυτόβουλων εχθρικών επιχειρήσεων.

Η στοματική κοιλότητα και τα χείλη
χαίρουν άκρας υγείας και απαλότητας-
ερμητικά κλειστά,
χρησιμοποιούμενα κατ’εντολή
κυρίως για μάσηση και κατάποση.
Ραμμένα με διαταγές αόρατου εκφοβισμού,
χρίστηκαν σύνεργα του εντολέα.

Καμία περαιτέρω ανησυχία-
αναμένουμε οδηγίες για
εξάλειψη των ανωμαλιών.»

Η Μοίρα απεφάνθη-
ασθενής κλινικά ζωντανή-
νοητικά υπόδουλη- σωματικά
δυσλειτουργική με ελπίδες βελτίωσης.

Ασθενής ψυχικά νεκρή.
Τέλος αναφοράς.

Advertisements

Εικόνα

Στα ανέμελα της φαντασίας μου τα κύματα
ξάπλωσε θρασύτατα επάνω μια εικόνα-
ούτε μορφή οικεία θύμιζε ούτε όμως
καμιά προφανή εχθρότητα προέβαλε.
Κοιμόταν εκεί ήρεμη για χρόνια ξεχασμένα
μα άνοιγε πού και πού τα μάτια, να σιγουρευτεί
πως κανείς δεν τη μετακίνησε
από το νηφάλιο στρώμα της μοναξιάς της.
Απρόσμενος ταραξίας ο άνεμος μόνο καμιά φορά
κουβαλούσε μνήμες και όνειρα θέλοντας, σαν παιδί,
να χαλάσει την γαλήνη των κυμάτων
και να δημιουργήσει νέα.

Η εικόνα, ναι. Σκισμένη σχεδόν σε δυο κομμάτια
και θαμπή από την έκθεσή της στον ήλιο της αλήθειας-
αγκιστρωμένη στις πιο βαθιές επιθυμίες, με πείσμα
κρατιέται από τους πιο κρυφούς μου φόβους.
Σαν παζλ που με αργό ρυθμό σχηματίζεται η μορφή του,
έτσι κι αυτή, ορθώνει άγρια τα κύματα
προσπαθώντας να ξυπνήσει τη λογική και
να μου γνωρίσει ξανά την μορφή της,
την ταπεινή εικόνα της μόνης μου ευχής.

Στικεροϊστορίες #1

     Το μεθυστικό άρωμα ερχόταν από μακριά. Πόσο δελεαστικό, και το στομάχι του χόρευε στους ρυθμούς της φαντασίας του. Ήταν τόσο κουρασμένος, άυπνος και σίγουρα είχε παραλείψει ένα-δυο γεύματα, όμως αυτή η μυρωδιά του σπιτικού καλομαγειρεμένου φαγητού, του έδωσε φτερά.Για πότε έκανε τον γύρο του τετραγώνου, άνοιξε την εξώπορτα, σκαρφάλωσε μέχρι το σπίτι πηδώντας δυο δυο τα σκαλοπάτια, ξεκλείδωσε την πόρτα και κάθισε στο τραπέζι, ούτε που το κατάλαβε. Θα αναγνώριζε αυτή τη μυρωδιά από μίλια μακριά. Γιατί σήμαινε σπίτι, αγάπη, ζεστασιά, ξεκούραση, ηρεμία. Το πιάτο του τον περίμενε ήδη ζεστό στο καθόλα τακτοποιημένο τραπέζι, ήδη στρωμένο στα γιορτινά και με όλα τα απαραίτητα.

     Μα δεν είχε χρόνο να σκεφτεί. Η πρώτη μπουκιά ήταν χορταστική, στη δεύτερη άρχισε να ηρεμεί, στην τρίτη είχε ήδη ξεχάσει όλες τις δυσκολίες της ημέρας. Σήκωσε το κεφάλι του και είδε αυτό που περίμενε, που γνώριζε, που προσδοκούσε. Ένα χαμόγελο και δυο μάτια γεμάτα αγάπη να τον χαζεύουν. Τότε, σκέφτηκε την ώρα που ήταν στον δρόμο, έκανε τόσο κρύο που διαπερνούσε τα στρώματα ζεστασιάς που κάλυπταν το σώμα του, και το χιόνι, που είχε ήδη αρχίσει να πέφτει απαλό από τα χαράματα, άρχιζε να ντύνει την γκρίζα πόλη στα λευκά.

     Θυμήθηκε, λοιπόν, πόσο ευχόταν εκείνη τη στιγμή να νιώσει ζεστασιά, πόσο χρειαζόταν να γεμίσει τις μπαταρίες του, να νιώσει τη θαλπωρή που του προσέφεραν αυτά τα χέρια. Αυτά, που είχαν ετοιμάσει αυτό το νόστιμο και ζεστό φαγητό που πλημμύρισε με το άρωμά του τη γειτονιά, για εκείνον.

     Το βλέμμα του έπεσε στο παράθυρο της κουζίνας. Σταμάτησε η σκέψη του σε εκείνο το μικρό γλαστράκι, που ο κάτοικός του άρχιζε να βιώνει τη σκληρότητα του χειμώνα. Αναπόλησε τη μέρα που της το χάρισε, πριν καιρό, έναν φυτεμένο σπόρο, έτσι για δώρο- ξέρεις από αυτά τα χαζορομαντικά-, χωρίς να ξέρουν τι είναι. Θα μπορούσε να είναι ένα χρυσάνθεμο ή μια τουλίπα, ή κανένα από αυτά τα άσχημα με τα αγκάθια. Το μόνο που της είπε ήταν να το φροντίσουν μαζί μέχρι να μεγαλώσει και να ανθίσει. Αυτό, το είχε μάθει από τον παππού του. «Η αγάπη είναι σαν ένα φυτό, ένα λουλούδι», έλεγε.

«Ποτέ δεν ξέρεις πραγματικά τι θα αντικρίσεις αν το αφήσεις να αναπτυχθεί, να σου δείξει τι είναι, να φανερώσει τον χαρακτήρα του. Μα αν το ποτίζεις, προσέχεις το χώμα του και του δίνεις ήλιο, αν το φροντίζεις ακόμη και τις μέρες που χιονίζει, τότε εκείνο θα σου χαρίσει τα ομορφότερα χρώματα και το λαμπρότερο φύλλωμα του κόσμου. Και σαν αλλάξει η εποχή και έρθει η ώρα του να μαραθεί, εσύ εκεί, φρόντιζέ το ακόμη. Μην το λησμονείς. Γιατί την άνοιξη, εκείνο θα μεγαλώσει ξανά και θα ανθίσει, και μαζί του, το ίδιο θα κάνεις κι εσύ. «

      Κι εκείνος ακολουθούσε τη συμβουλή του. Κι οι δυο τους. Με ένα ζεστό φαγητό, με μια σιωπηλή συγκατάβαση, ένα χάδι να διώξει την κούραση, μια αγκαλιά, μια διαπραγμάτευση, ένα φιλί. Το άρωμα του φαγητού της γέμιζε τα ρουθούνια του με ευχαρίστηση, κι ακόμα και να μην τρωγόταν, για εκείνον θα ήταν το πιο νόστιμο. Γιατί, για εκείνον, ήταν η δική της φροντίδα, η δική της προσπάθεια και αγάπη. Ήταν το σπίτι του.

Να είσαι περίεργος, αρκεί να είσαι ΕΣΥ!

Πολλές φορές μπορεί οι άνθρωποι να σε χαρακτηρίσουν με διάφορα «επίθετα», όμως αν ένα από αυτά είναι το ότι είσαι περίεργος, να χαίρεσαι! Σημαίνει πως είσαι διαφορετικός, με τη δική σου μοναδική τελειότητα, που δεν εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο. Πού είναι το κακό να είναι κανείς περίεργος; Διαφορετικός; Μοναδικός;

Οκ, μπορεί να μην «αρέσεις» σε κάποιους ανθρώπους. Έχεις σκεφτεί μήπως αυτό συμβαίνει, γιατί αποδιώχνουμε ό,τι είναι διαφορετικό από μας; Δεν είναι, βέβαια, όλοι οι άνθρωποι έτσι, ήδη θα το γνωρίζεις. Τα ενδιαφέροντά σου, ο τρόπος που χορεύεις, οι συνομιλίες με τον εαυτό σου και οι απρόσμενες φιλοσοφικές αναζητήσεις εν μέσω της νυκτός σε κάποιους μπορεί να σε κάνουν περίεργο ον. Τα ρούχα σου και ο συνδυασμός τους, οι απόψεις σου για τον έρωτα και τον κόσμο, οι καθημερινές σου συνήθειες, όλα. Αν άρχιζα να αναλύω τι εντάσσεται στη λίστα με τα περίεργα, δε θα μου έφτανε όλη η ζωή μου για να γράφω. Να είσαι περήφανος που είσαι περίεργος, εκεί θέλω να καταλήξω. Γιατί, αυτό σημαίνει ότι καταλαβαίνεις τη μοναδικότητά σου και την αναδεικνύεις, σε αντίθεση με τους νορμάλ που απλώς είναι περίεργοι υπό καμουφλάζ. Γιατί όλοι είμαστε περίεργοι. Αφού είμαστε μοναδικοί. Έχεις δει ποτέ άνθρωπο ολόιδιο με άλλον; Ακόμα κι αν είναι ίδιοι εξωτερικά, οι διαφορές στην προσωπικότητά τους είναι τεράστιες.

Μην αισθανθείς ποτέ άσχημα, αν σε θεωρούν περίεργο. Ακόμη καλύτερα, αν εσύ αποκαλείς τον εαυτό σου έτσι. Έχεις κατανοήσει και αποδεχτεί τη διαφορετικότητά σου! Αρκεί, να είσαι πάντα ο εαυτός σου. Γιατί, πολλές φορές, εμείς οι άνθρωποι προσπαθούμε να είμαστε περίεργοι για να ενταχθούμε σε μια ομάδα ή να προσελκύσουμε το ενδιαφέρον κάποιου. Μην με παρεξηγείς, δεν αναφέρομαι σε τέτοιου είδους περιέργεια. Εγώ μιλάω για την φυσική περιέργεια, διαφορετικότητα, μοναδικότητα, ονόμασέ το όπως θες. Καταλαβαίνεις τι εννοώ.

Αν είσαι τυχερός, μέσα στην περιέργειά σου, θα βρεις κι άλλους ανθρώπους, διαφορετικούς και περίεργους, που θα σε θέλουν με αυτήν ακριβώς την ιδιαιτερότητά σου. Γιατί είσαι μοναδικός και το αποδέχεσαι χωρίς φόβο, μα με πάθος! Κάπου διάβασα πως η αληθινή αγάπη βρίσκεται σε εκείνους που θα νιώσουν την περιέργεια ο ένας του άλλου, θα την αποδεχτούν, θα την εκτιμήσουν και θα αγαπήσουν αυτήν την τρέλα που κουβαλάει. Γιατί, μεταξύ τους θα μπορούν να είναι απόλυτα αληθινοί, χωρίς φόβο, και να νιώσουν άνετα να ξεδιπλώσουν τον ιδιόμορφο χαρακτήρα τους. Θα σε αγαπήσουν και θα τους αγαπήσεις ακριβώς γι’αυτό.

Άσε, λοιπόν, την περιέργειά σου να φωτίσει, σαν φάρος, το δρόμο σε όσους πραγματικά θα λατρέψουν το να είναι μέρος της ζωής σου. Και να χαίρεσαι, όταν τους βρεις, και να τους φροντίζεις, γιατί τι είναι πιο σημαντικό από το να είσαι ελεύθερος να είσαι ο πραγματικός περίεργος εαυτός σου και οι άλλοι να σε θέλουν ακριβώς έτσι; Οι υπόλοιποι, ας σε λένε περίεργο και ό,τι άλλο- θα ξέρεις ότι είσαι απλώς μοναδικός! Στους ανθρώπους που θα σε λένε περίεργο με νάζι και θα σε πειράζουν για τις αναποδιές σου, χωρίς ποτέ να φεύγουν από δίπλα σου, εκεί να μείνεις. Πόσες φορές θα το βρει ο καθένας μας αυτό στη ζωή του, δεν μπορώ να σου πω. Όμως, μπορώ να σου εγγυηθώ πως αξίζει όλους τους κόκκους άμμου της Σαχάρα και όλα τα αστέρια του ουρανού…

Η ιστορία του Αχιλλέα και μιας όμορφης φιλίας

Ο Αχιλλέας εμφανίστηκε στη γειτονιά μας πριν 4 περίπου χρόνια. Ανήσυχος και αποπροσανατολισμένος μα με σαφή σημάδια ότι ήταν από σπίτι, προφανώς προδομένος από την οικογένειά του που τον άφησε αβοήθητο στον δρόμο.
Αν και υπήρξαν άνθρωποι που ήθελαν να μπει στην οικογένειά τους, εκείνος ήταν πια ένα ελεύθερο πνεύμα. Δε ζητούσε ιδιοκτήτη αλλά πολλούς φίλους. Έτσι, έχει το σπίτι του για το βράδυ και το κρύο του χειμώνα, το σπίτι του για την πρωινή του ξεκούραση κι άλλο ένα για τη μεσημεριανή του σιέστα. Σε καθένα από αυτά, έχει το κρεβάτι του, νερό, φαί, παιχνίδια, πολλά χάδια και φίλους που τον προσέχουν, τον πλένουν, τον πάνε στο γιατρό για το τσεκ-απ του και τον προστατεύουν.
Τα απογεύματα τα περνάει στην αγαπημένη του εκκλησία και πλατεία, κάνοντας παρέα με παιδιά που παίζουν, νέους που ονειρεύονται, φίλους που βγάζουν τα αφεντικά τους βόλτα και απολαμβάνοντας τα καθιερωμένα του σουβλάκια από το μαγαζί στη γωνία. Το καλοκαίρι, μετά τα μεσάνυχτα θα έρθει στο ίδιο μέρος να σου κάνει παρέα ή να σε συνοδέψει σπίτι.
Είναι γλυκός και δοτικός, προστατευτικός, θα έρθει να σε βρει αν κάνεις μια βόλτα ανήσυχος ή στεναχωρημένος και θα μείνει δίπλα σου για όσο χρειαστεί μέχρι να ερθει η ώρα να επιστρέψει σπίτι του. Έχει επιλέξει τους ανθρώπους του και τους αναγνωρίζει από μακριά. Είναι στωικός παρά ενθουσιώδης, όμως απολαμβάνει τα χάδια και την παρέα τους. Είμαι τυχερή που είμαι ένας από αυτούς.
Αν και λυπάμαι πολύ να βλέπω οποιοδήποτε ζώο αδέσποτο, και λυπημένο και θυμώνω με το ανθρώπινο είδος, η ιστορία αυτού του σκυλάκου είναι διαφορετική. Έχει τόσους ανθρώπους δίπλα του να τον φροντίζουν και να τον προστατεύουν, να τον αναζητούν αν δεν εμφανιστεί στο γνωστό του μέρος, έχει σπίτι (-α), φαί, ζεστασιά και πολλή αγάπη, είναι καθαρός και υγιής. Δεν έχω δει ποτέ κανέναν να του συμπεριφερθεί άσχημα, αντιθέτως όλοι θα ασχοληθούν μαζί του και θα τον προστατεύσουν.
Τον τελευταίο καιρό, «υιοθέτησε» τη μικρούλα της φωτό και είναι κυριολεκτικά αχώριστοι. Έτσι, κι εκείνη τώρα έχει μια οικογένεια με πολλούς ανθρώπους – κι όχι μόνο- να τη φροντίσουν.

Απλώς ήθελα να μοιραστώ την ιστορία αυτού του γλυκού σκυλάκου και το στιγμιότυπο μιας όμορφης φιλίας που μόλις ξεκίνησε.
Ακόμα και σε δύσκολες συνθήκες, αν ενδιαφερθείς, ανοίξεις την αγκαλιά σου και δώσεις έστω λίγη αγάπη, μπορείς να προστατεύσεις μια ζωή και να κερδίσεις έναν παντοτινό φίλο ή/και οικογένεια. Ας μην το ξεχνάμε σε όποια φάση της ζωής μας και να βρισκόμαστε, ιδίως σε εποχές ανθρωπιστικής και μη κρίσης όπως αυτή που περνάμε…

«Μαμά», είσαι εδώ;

Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα δρομάκι σκοτεινό και κρυμμένο από κάθε ανθρώπινο βλέμμα, γεννήθηκε ένα όμορφο μωρό. Χωρίς όνομα και δάκρυα, στάθηκε ξαφνικά μόνο σε έναν κόσμο άγνωστο και κρύο. «Στάθηκε» λέγοντας, εννοώ βρέθηκε, αντιλήφθηκε, ανάπνευσε, φοβήθηκε, αλλά δεν εγκατέλειψε τη μάχη.
Λίγο αργότερα, κι αφού η υγρασία της νύχτας είχε ήδη αρχίσει να το διαπερνάει, ένιωσε ένα ζεστό χάδι και ένα θερμό φως. Τη στιγμή που άνοιξε τα μάτια του για πρώτη φορά, γνώρισε τον καλόκαρδο ήλιο, που άπλωνε τις ηλιαχτίδες του για να το ζεστάνει. Χωρίς να το γνωρίζει, βέβαια, είχε ήδη γνωρίσει το στοργικό φεγγάρι που το κάλυπτε με τον μανδύα της νύχτας. Δέχτηκε με χαρά την απρόσμενη αυτή αγάπη σε αυτόν τον ξένο κόσμο και, χωρίς σχεδόν να το καταλάβει, ένας δυνατός ήχος άρχισε να βγαίνει από μέσα του. Κάτι υγρό έκαιγε τα μάτια του και ένιωθε την ανάσα του να εμποδίζεται από αυτόν τον περίεργο ήχο. Ξαφνικά, άκουσε μια ανήσυχη φωνή που κάτι ακαταλαβίστικο γι’αυτο φώναζε και μεμιάς άρχισε να πετάει, πριν καταλήξει σε μια σφιχτή αγκαλιά. Ο περίεργος ήχος σταμάτησε, τα μάτια του άνοιξαν και, αν και θολά, διέκρινε μια μορφή που έμοιαζε τόσο όμορφη αλλά και τόσο ζαριασμένη, σαν το πανί που το κάλυπτε. «Τι είναι αυτές οι αστραφτερές πέτρες» σα να σκέφτηκε μόλις αντίκρισε το πρώτο χαμόγελο που δημιούργησε στη ζωή του.
Μετά από λίγο, άρχισαν να έρχονται και άλλα περίεργα πλάσματα σαν και αυτό που το κρατούσε στα χέρια του και όλα τους του έδειχναν τις κάτασπρες πέτρες που είχαν στο πρόσωπό τους και κουνούσαν τα χέρια τους στον αέρα βγάζοντας πολλούς ήχους. Άρχισε να καταλαβαίνει τι γίνεται, όταν είδε ένα άλλο μωρό να κοιτάει κι αυτό αποσβολωμένο τα πλάσματα αυτά, καθώς και ένα μικρό πλάσμα που έμοιαζε με μωρό αλλά ήταν μεγαλύτερο. Ήταν και αυτό ένα από εκείνα. Με τον καιρό, θα γινόταν κι αυτό έτσι. Άνθρωπος, όπως άκουσε. Ναι, τώρα είχε αρχίσει ήδη να διακρίνει αυτούς τους ακαταλαβίστικους ήχους. Γνώρισε πολλούς ανθρώπους. Μικρούς, μεγαλύτερους, με άσπρα ρούχα και περίεργα αντικείμενα στα χέρια, με μπλε ρούχα και αστραφτερά κουμπιά. Και όλοι τους του χαμογελούσαν. Ένιωθε τη ζεστασιά τους και την αγάπη τους. Όμως, αυτός ο ήχος, που συνδυαζόταν με το υγρό στα μάτια, δεν έλεγε να σταματήσει…
Τότε έμαθε για τη μαμά. «Μαμά». Ένα πλάσμα σαν και τα άλλα. Αλλά όχι, λένε. Το δικό του, κατάδικό του πλάσμα. Αυτό που του άνοιξε τις πόρτες σε αυτόν τον κόσμο. Μα πού ήταν, όμως;… γιατί δεν το είχε πάρει εκείνη αγκαλιά, γιατί δεν το είχε ζεστάνει εκείνη;… Ίσως ποτέ να μη μάθει. Πρέπει όμως να μάθει να ζει με μια άλλη «μαμά». Ίσως πιο αληθινή και γεμάτη αγάπη. Ή με πολλές μαμάδες. «Κι αν γυρίσει εκείνη;» αναρωτιόταν. Και φοβόταν. Είχε τρομοκρατηθεί από αυτόν τον κόσμο χωρίς «μαμά». Πώς θα ζούσε χωρίς εκείνη;… Γιατί δεν γνώριζε πως σε αυτόν τον άγνωστο για εκείνο κόσμο, υπάρχουν πολλές μαμάδες. Αληθινές, φανταστικές, καθημερινές, δικές του ή και όχι, όμως μοναδικές και με περίσσια αγάπη να δώσουν. Είναι οι μαμάδες της καρδιάς και αγαπούν δυο φορές περισσότερο, γιατί το έχουν ήδη λαχταρήσει πολύ καιρό πριν να βρεθεί στην αγκαλιά τους. Ίσως να τις γνωρίσει, ίσως και όχι. Όμως, κάθε γωνιά του κόσμου κρύβει και μια μαμά που περιμένει να δώσει αγάπη, σε όποιο είδος «μαμάς» και να ανήκει…

Παγκόσμια Ημέρα κατά του Παιδικού Καρκίνου

Αποτέλεσμα εικόνας για Παγκόσμια Ημέρα κατά του Παιδικού Καρκίνου

 

Ήταν λίγο πριν από τα Χριστούγεννα, θυμάμαι. Τα σχολεία θα έκλειναν την επόμενη μέρα για τις γιορτές, όλοι είχαμε στολίσει και ανταγωνιζόμαστε δείχνοντας φωτογραφίες για το ποιος είχε στο σαλόνι του το ομορφότερο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Τα μαθήματα της ημέρας ήταν ιδιαίτερα διασκεδαστικά, ίσως γιατί δεν παρακολουθούσαμε και πολύ ή, ίσως, επειδή οι καθηγητές μας βρίσκονταν σε γιορτινή διάθεση οι ίδιοι και, ως αποτέλεσμα, θυμάμαι, λύναμε προβλήματα γεωμετρίας «εξετάζοντας» τα τρίγωνα για τα κάλαντα… Είχαμε ήδη μαζέψει χρήματα, για να στολίσουμε την τάξη μας και, έτσι, είχαμε ήδη το μικρό μας δεντράκι στη γωνία που μας υπνώτιζε με τον συγχρονισμένο του ρυθμό. Την επόμενη μέρα θα την περνούσαμε στο σχολείο μεν, αλλά χωρίς καθόλου μαθήματα. Είχε φτάσει η μεγάλη μέρα, που κάποιοι από εμάς θα τραγουδούσαν με τη χορωδία χριστουγεννιάτικες μελωδίες, άλλοι θα παρουσίαζαν τις κατασκευές τους και άλλοι θα ήταν οι αγχωμένοι όμως πολύ δημοφιλείς πρωταγωνιστές του θεατρικού μας έργου.
Στο σπίτι όλα πήγαιναν σύμφωνα με το σχέδιο και την παράδοση. Η μαμά είχε ψωνίσει και είχε ήδη φτιάξει τα παραδοσιακά κουλουράκια, ο μπαμπάς είχε πάρει άδεια και θα ήταν στο σπίτι για τα Χριστούγεννα. Όλα τα δωμάτια ήταν στολισμένα στα πιο λαμπερά χρώματα, με κυρίαρχο το χρυσό. Το μόνο που έλειπε ήταν λίγο χιόνι και θα ήταν οι ομορφότερες διακοπές. Μετά τη σχολική παράσταση, είχαμε κανονίσει να περάσουμε οικογενειακώς τη μέρα στα μαγαζιά, για να πάρουμε τα δώρα που τα παιδιά παρακαλούσαμε για καιρό και οι γονείς αφήναν για αργότερα. Σίγουρα θα καθόμασταν μετά στην αγαπημένη ταβέρνα του μπαμπά για φαγητό και, έπειτα, βόλτες με τους φίλους μας μέχρι αργά. Και  την ημέρα των Χριστουγέννων θα την περνούσαμε όπως πάντα, με τις γιαγιάδες και τους παππούδες, τους θείους, τις θείες και τα ξαδέρφια, απολαμβάνοντας τη γεμιστή γαλοπούλα τη μαμάς, ανοίγοντας τα δώρα, παίζοντας μέχρι να μην μπορούμε να σηκωθούμε από το πάτωμα και παίρνοντας συμβουλές από τους γηραιότερους.
Ήταν, με λίγα λόγια, μια χρονιά όπως και οι προηγούμενες. Αν και θεωρούσα πως αυτή η ρουτίνα είναι βαρετή και θα προτιμούσα να κάνω διακοπές με την παρέα μου, ελεύθερη και ανεξάρτητη. Γιατί ποτέ δεν εκτιμούμε κάτι, όταν το έχουμε;…
Πριν από όλα αυτά, όμως, υπήρχε μια υποχρέωση. Μια «αγγαρεία», που μας έτρωγε τον ελεύθερο χρόνο από τις γιορτινές μέρες. Εκείνη, την ημέρα πριν από την γιορτή, είχαμε υποσχεθεί, τα παιδιά της τάξης μου, σε μια καθηγήτρια να την συνοδέψουμε σε μια εκδήλωση. Και μάλιστα, αυτήν που θεωρούσαμε πιο αυστηρή, χωρίς προσωπική ζωή και αναφυσούσαμε με απογοήτευση κάθε φορά που ερχόταν η ώρα για το μάθημά της. Θα πηγαίναμε, λοιπόν, το απόγευμα στο νοσοκομείο Παίδων Αγ. Σοφία σε μια εκδήλωση που έκανε η «Φλόγα». Στην πραγματικότητα δεν είχε κανείς μας ιδέα τι ήταν η Φλόγα, τι έκανε, γιατί ήταν αυτή η εκδήλωση και ποιος ο λόγος να χάσουμε την ώρα μας για να πάμε σε ένα νοσοκομείο. Το πιθανότερο είναι η καθηγήτρια αυτή να μας είχε ενημερώσει, αλλά ποτέ δεν της δίναμε ιδιαίτερη σημασία… Ναι, έτσι σκεφτόμασταν στα δεκαπέντε μας. Έτσι σκεφτόμασταν εκείνη την ημέρα. Κι όμως, ακόμη και σήμερα, δεν μπορώ να την ξεχάσω…
Στο δρόμο για το νοσοκομείο, η καθηγήτριά μας μας ενημέρωσε ότι εκεί φιλοξενούνται μόνο παιδιά και πως η Φλόγα είναι ένας σύλλογος των γονιών αυτών των παιδιών. Παιδιά που παλεύουν με τον καρκίνο. Που περνούν πολύ καιρό σε εκείνο το νοσοκομείο και που οι γονείς τους ήθελαν να διοργανώσουν μια χριστουγεννιάτικη γιορτή για αυτά. Για να πάρουν δώρα και να παίξουν με άλλα παιδιά, να συζητήσουν, να τραγουδήσουν. Δε θυμάμαι να μίλησε ξανά κανείς μας δυνατά μέχρι να φτάσουμε. Ευτυχώς, που αυτή η περίεργη καθηγήτρια μας είχε ζητήσει να πάρουμε από ένα παιδικό δώρο ο καθένας μας και να το φέρουμε μαζί. Νομίζω πως φοβηθήκαμε στην ιδέα του αγνώστου αυτού για εμάς κόσμου. «Πώς θα είναι αυτά τα παιδιά; » ,» Θα τα δούμε άρρωστα στα κρεβάτια τους; » ,» Θα είναι έτοιμα να πεθάνουν; » ,» Γιατί πρέπει να πάμε; «, » Γιατί θέλει αυτή η καθηγήτρια να μας χαλάσει τις γιορτές; » είναι μερικές από τις ερωτήσεις που κάναμε σιγανά ο ένας στον άλλον…
Δε θα ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου τη στιγμή που μπήκαμε στην αίθουσα επισκεπτών. Όλα ήταν στολισμένα. Χριστουγεννιάτικα δέντρα παντού, γιρλάντες, παιδικές κατασκευές και ζωγραφιές, νοσοκόμες και γιατροί ντυμένοι γιορτινά, χαρούμενα τραγούδια, μπουφέδες με φαγητά και γλυκά κάθε λογής, άνθρωποι χαμογελαστοί και πολλά παιδιά. Παιδιά ντυμένα με τα καλά τους και αστείες φάτσες ζωγραφισμένες στα μπουκάλια των ορών τους. Παιδιά, τα περισσότερα φορώντας αγιοβασιλιάτικα σκουφιά, να γελούν δυνατά και να παίζουν με πολλή όρεξη. Πατέρες και μητέρες να συζητούν και να γελούν, πού και πού κρυφοκοιτώντας συγκινημένοι τα παιδιά τους να χαμογελούν. Παιδιά. Νεογέννητα, μηνών, νήπια, παιδιά δημοτικού και μερικά στην εφηβεία. Κορίτσια και αγόρια. Παιδιά με καρκίνο διαφόρων μορφών. Παιδιά που μάχονταν για τη ζωή τους. Παιδιά με ονόματα. Η Άννα, ο Αλέξανδρος, ο Νίκος, η μπέμπα, ο Γιωργάκης, η Σοφία και πολλά άλλα… Παιδιά με ελπίδες και μεγάλη καρδιά.
Ίσως εκείνη την μέρα δέχτηκα το πιο δυνατό «χαστούκι» της ζωής μου. Εκείνα τα παιδιά, τα άγνωστα σε μας, που περνούσαν μια ασθένεια άγνωστη σε μας, που ζούσαν μια καθημερινότητα μη συνηθισμένη για εμάς, βρίσκονταν μπροστά μου, δίπλα μου και ήταν ευτυχισμένα. Τόσο δυνατά και την ίδια στιγμή αδύναμα. Ό,τι είχαμε φανταστεί μέχρι να τα συναντήσουμε δεν ίσχυε. Τουλάχιστον όχι εκείνη την ημέρα. Ντρέπομαι που θεωρούσα τον εαυτό μου και τον χρόνο μου πιο σημαντικά από το να περάσω την ημέρα μαζί τους. Και ειλικρινά χαίρομαι που είχαμε μια καθηγήτρια με ψυχή και όραμα, που ήθελε να μας δείξει έναν διαφορετικό κόσμο από αυτόν τον επιφανειακό που ζούσαμε και να μας ωθήσει να γίνουμε καλύτεροι.
Πάντα θα αναπολώ εκείνη την ημέρα και τα παιδιά που γνώρισα. Έπαιξα και τραγούδησα μαζί τους. Συζητήσαμε για θέματα της ηλικίας μας, γελάσαμε, αναρωτηθήκαμε, μου μίλησαν με ειλικρίνεια και γενναιότητα για την ασθένειά τους και για τα όνειρά τους. Πάντα θα θυμάμαι με συγκίνηση εκείνο το μωράκι, εφτά – οκτώ μηνών περίπου, που δεν ξεκολλούσε από την αγκαλιά μου κι ενώ η νεαρή μανούλα του χαιρόταν που μας έβλεπε, εγώ αγχωνόμουν μήπως κάνω κάτι και του φύγει ο ορός και του κάνω κακό. Εκείνη τη χαρά στα μάτια των γονιών που έβλεπαν τα παιδιά τους να παίζουν μαζί μας και να ανοίγουν τα δώρα τους, ιδίως εκείνων που ήξεραν πως ο χρόνος τους με τα αγγελούδια τους κοντά τους κόντευε να τελειώσει…
Όχι, δεν πρόσφερα τίποτα εκείνη την ημέρα. Ποτέ μου δεν ένιωσα πως τα παιδιά αυτά ήταν σε χειρότερη μοίρα από τη δική μου κι εγώ τους έκανα ένα μεγάλο καλό. Μόνο πήρα. Πήρα αγάπη. πολλή αγάπη. Ίσως κέρδισα και μερικούς φίλους. Όμως, το μεγαλύτερο δώρο που μου έκαναν είναι αυτό της συνειδητοποίησης. Ο παιδικός καρκίνος είναι, κατά τη γνώμη μου, το χειρότερο είδος. Αθώες ψυχούλες που τους βαραίνει ένας μεγάλος φόβος και τα σωματάκια τους μεγαλώνουν ταλαιπωρημένα. Κι όμως, έχουν πολλή δύναμη και αποφασιστικότητα. Είναι ήδη νικητές, από τη στιγμή που άρχισαν να παλεύουν με τον καρκίνο. Γιατί, τι μπορείς να πεις για ένα μικρό παιδί που δίνει τόσο μεγάλη μάχη; … Είναι περισσότερο άξιο από τον όποιο Ολυμπιονίκη ή στρατιώτη ή κάποιον που πέρασε τις εισαγωγικές ή αυτόν που αγωνίστηκε να χτίσει μια εταιρεία. Γιατί, αυτό το παιδί ποτέ δεν το ζήτησε. Το πάλεψε όμως, με τη ζωή του ως το απόλυτο τίμημα και λάβαρο. Συνεχίζει να ζει όσο πιο κανονικά μπορεί και με μια επιπλέον κριτική από όλους αυτούς που τους φοβίζει η μάχη του. Κι αν σταθεί νικητής, θα είναι πιο άξιος άνθρωπος από πολλούς άλλους που δε γνώρισαν την απειλή για τη ζωή τους. Επίσης, υπάρχουν κι αυτοί οι γονείς. Είναι εκεί, καθημερινά και με όλο τους το είναι. Όταν ανησυχούν, κρύβονται πίσω από το χαμόγελό τους και όταν απελπίζονται, γίνονται μια γροθιά. Δίνουν ό,τι περισσότερο μπορούν, περισσότερες ώρες, περισσότερο γέλιο, περισσότερες αγκαλιές, περισσότερα χρήματα – ακόμη κι αν το να τα βρουν απαιτεί θυσίες, περισσότερα δάκρυα, περισσότερα «μπράβο», περισσότερη αγάπη…
Μακάρι αυτή η ασθένεια να εξαλειφόταν. Ή, έστω, να μην βασάνιζε παιδάκια. Αλλά δε ζούμε σε έναν ουτοπικό κόσμο. Ζούμε στην σκληρή πραγματικότητα. Και αυτό συμβαίνει, μαζί με τόσα άλλα άσχημα. Γι’ αυτό, με αφορμή αυτήν την ημέρα, ας σκεφτούμε πώς θα μπορούσαμε να ελαφρύνουμε λίγο την καρδιά τους, με όποιον τρόπο ο καθένας μπορεί. Να συμβάλουμε κι εμείς σε αυτόν τον τόσο σημαντικό αγώνα για τη ζωή. Δε χρειάζεται να το βιώσουμε κι εμείς, για να καταλάβουμε τι συμβαίνει σε κάθε ένα από αυτά τα παιδιά.
Ας τα γνωρίσουμε, ας τους προσφέρουμε λίγη αγάπη και θαυμασμό. Γιατί είναι ήρωες. Αυτό διδάχθηκα εκείνα τα Χριστούγεννα. Ότι, πρώτον, δεν πρέπει να κρίνουμε κανέναν χωρίς να τον γνωρίζουμε και, δεύτερον, ότι τα παιδιά που παλεύουν με τον καρκίνο είναι καθημερινοί ήρωες. Και οι γονείς τους αυτοί που τους ακολουθούν και τους στηρίζουν. Όλα τα παιδιά είναι σημαντικά και δεν αξίζουν να δίνουν τόσο μεγάλες μάχες σε τόσο ευαίσθητες ηλικίες. Όμως, αν χρειαστεί, είναι οι δυνατότεροι μαχητές και οι πιο καλόκαρδοι ήρωες.